εμπρησμός

εμπρησμός
ο поджог

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "εμπρησμός" в других словарях:

  • ἐμπρησμός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εμπρησμός — ο (AM ἐμπρησμός) νεοελλ. εκούσια πυρπόληση που γίνεται σκόπιμα για να προκαλέσει βλάβη ή για εξαπάτηση («εμπρησμός καταστήματος») αρχ. μσν. πυρπόληση, πυρκαγιά, κατάκαυση …   Dictionary of Greek

  • εμπρησμός — ο 1. πυρπόληση πράγματος. 2. η πυρκαγιά που προκαλείται εκούσια, από την οποία μπορεί να κινδυνέψουν ξένα πράγματα ή άνθρωποι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐμπρησμοῖς — ἐμπρησμός masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπρησμοί — ἐμπρησμός masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπρησμοῦ — ἐμπρησμός masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπρησμούς — ἐμπρησμός masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπρησμῶν — ἐμπρησμός masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπρησμῷ — ἐμπρησμός masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπρησμόν — ἐμπρησμός masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντεμπρησμός — ο 1. εμπρησμός που γίνεται για αντεκδίκηση σε βάρος εμπρηστών 2. εμπρησμός σε μια περιορισμένη έκταση για να παρεμποδιστεί η εξάπλωση πυρκαγιάς «εν εξελίξει» …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»